Sunday, September 21, 2008
Saturday, September 20, 2008
Friday, September 19, 2008
Δύση
Και μετά την περιπέτεια της Αμερικής, ας υποδεχτούμε το πσκ που έρχεται -κόντρα στις προβλέψεις της ΕΜΥ για κακοκαιρία- με ένα ηλιοβασίλεμα κοντά στον Αη Γιώργη των Κρημνών, με θέα το Ναυάγιο...




Thursday, September 18, 2008
Περιπέτειες, η συνέχεια
Συνεχίζω...
Μπαίνουμε λοιπόν στην ουρά και περιμένουμε.
Όση ώρα περιμένουμε, πίσω από τα γκισέ ένας φωτεινός πίνακας αναβοσβήνει. «Οι επιβάτες της πτήσης τάδε, θα πάρουν τις βαλίτσες τους από το διάδρομο 4»...Μέχρι δε να φτάσουμε, περνάμε πινακίδες του στυλ: ΜΗΠΩΣ ΕΧΕΤΕ ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΤΑΔΟΤΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ?
ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΣΟ ΤΩΝ ΠΤΗΝΩΝ? Και ναααααααα μια φωτογραφία ενός παπαγάλου δίπλα...
Αααααααααααααααα...Ρε ετούτοι είναι άρρωστοι, μα την αλήθεια...Τέσπα...
Η ουρά λειτουργεί σαν σαλίγκαρος. Όταν ελευθερώνεται ένα γκισέ, πας εκεί. Φτάνουμε μετά από κάνα μισάωρο μπροστά-μπροστά. Ο φωτεινός πίνακας εξακολουθεί να αναβοσβήνει κοροϊδεύοντάς μας για τις ώρες που περιμένουμε...
Εκεί είναι ένας κύριος που διευκολύνει την κυκλοφορία και τους έχοντες απορίες. Εμείς δεν είχαμε, είχαμε τα χαρτιά έτοιμα. Μας στέλνει ο κύριος σε ένα γκισέ που ήδη απασχολούσε έναν επισκέπτη. Μπροστά έχει μια κίτρινη γραμμή. Μέγα έγκλημα να την πατήσεις. Λες και άμα την πατούσα, θα πυροδοτούσα εκρηκτικό μηχανισμό. Ο κύριος ήταν υπεύθυνος και γι΄ αυτό. Να μην πατήσεις την κίτρινη γραμμή. Ίσα ρε μεγάλε! Άλλη όρεξη δεν είχα...
Φτάνει η σειρά μας και πάμε πακέτο στον έγχρωμο κύριο του γκισέ.
-Καλημέρα, χαμογελώντας εμείς.
-Άχνα αυτός.
-Ωχ μέσα μας εμείς, σε στραβάδι πέσαμε...
Κοιτάει τα χαρτιά και λέει:
-Αυτά τα χαρτιά είναι λάθος.
Γλουπ!
-Η Ελλάδα δεν είναι μέσα στις χώρες που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάτι τέτοια συμφωνία...
Ξαναγλουπ!
-Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σας έδωσαν αυτά τα χαρτιά να συμπληρώσετε...
Ξαναματαγλουπ!
Και κάνει μια χρααααααααααατς και σκίζει με μιας όλα τα χαρτιά!
Καλέεεεεεεεεεεεεεεεεεεε! Μία ώρα γράφαμε!!! Πώς τα σκίζεις έτσι άπονε;;;;
Φυσικά όλα αυτά τα λέγαμε μέσα μας. Σιγά μην τα λέγαμε απόξω μας. Άλλη όρεξη δεν είχαμε, να κάτσουμε 2-3 ώρες στο τελωνείο να παίζουμε α μπε μπα μπλομ. Σκεφτείτε δε ότι φτάσαμε μετά τις 3 το μεσημέρι τοπική ώρα, δλδ για μας, ήταν ήδη 10 το βράδυ και είχαμε ξυπνήσει από τις 4 τις προηγουμένης. Όσο πιο γρήγορα ξεμπερδεύαμε, τόσο καλύτερα.
-Ξέρετε, λέμε...αυτά μας έδωσαν στο αεροπλάνο...
-Ναι αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί σας τα έδωσαν...Και συνεχίζει το χρατς χρουτς
-Και τι μπορούμε να κάνουμε τώρα; Ρωτάμε ευγενικά...
Τώρα λέει θα συμπληρώσετε ξανά από την αρχή το πράσινο (καλά θυμάμαι;) έντυπο.
-Και που θα το βρούμε αυτό;
-Θα το βρείτε εκεί στην αρχή στα γκισέ...
Κοιτάζουμε 4 ζευγάρια μάτια πού είναι η αρχή και βλέπουμε ότι πρέπει να ξαναπάμε πίιιιιιιιιιιιιιισω από όλους αυτούς και να τα ξαναγράψουμε...Εγκεφαλικό!
Τολμώ και ρωτώ:
Αφου τα γράψουμε, θα ξαναπεριμένουμε πάλι σ’ αυτή την ουρά;;;
-Όχι, λέει, θα έρθετε σε κάποιο γκισέ χωρίς σειρά.
Πάλι καλά, λέμε. Περνάει το εγκεφαλικό...
Ο φωτεινός πίνακας συνεχίζει να μας ειδοποιεί για τις βαλίτσες. Κλαψ...οι βαλιτσούλες μας!
Άντε ξανά μανά πίσω. Πάμε στα γκισέ. Της λέμε τι έχει συμβεί. Μας λέει πάρτε απ’ αυτά και συμπληρώστε τα. Πάμε σε μια μεριά ήσυχη να τα συμπληρώσουμε, κοιτάμε το πρώτο, στα αγγλικά. Κοιτάμε το δεύτερο, στα ισπανικά... Αρχίζω και τα παίρνω. Ισπανικά ρε φίλε, δεν έμαθα ακόμα. Αγγλικά και ιταλικά σου κάνουν;
Συμπλήρωνε εσύ, λέω του σύζυξ και πάω να φέρω φυλλάδια στα αγγλικά.
Πάω, της τα αφήνω, αυτά της λέω είναι στα ισπανικά. Αγγλικά έχετε; Μου λέει πάρτε από το άλλο γκισε...
*&^&&&()*_)(+(_)(**&^%$##$@ (βρισιές)
Πάω, παίρνω, συμπληρώνουμε..
Άντε ξανά μανά:
Ποιος είσαι, που πας, που θα μείνεις, πόσο συχνά το κάνεις (λέμε τώρα), σπόροι, κατοικίδια, αρρώστιες όξω από μας, κλπ κλπ...
Τα συμπληρώνουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ και πάμε να περάσουμε μπροστά. Μας βλέπει μια κυρία που πάμε να περάσουμε μπροστά και λέει:
-Που πάτε;
-Το και το.
-Περάστε μπροστά.
Παρακαλάμε να μην πέσουμε παλι στον ξινισμένο κύριο και βρει κάτι και μας ξαναστείλει πίσω.
Πλησιάζουμε σε ένα γκισέ με ένα παιδαρέλι, δε θα ήτο πάνω από 25-27 χρονών. Εδώ είμαστε λέω. Όλο και καλύτερα θα είναι, δε μπορεί!
Φτάνουμε πάλι πακέτο μπροστά του και αρχίζει ο διάλογος.
Εδώ αρχίζει για πολλοστή φορά το ίδιο κόσκινο.
Ποιοι είστε; Που πάτε; Που θα μείνετε; Που τους ξέρετε; Τι δουλειά κάνουν; Που μένουν; Πως τους γνωρίσατε; Καλά, μιλάμε, είχαμε μάθει το ποίημα απόξω. Τη διεύθυνση της Σοφίας την έμαθα απόξω κι ανακατωτά τόσες φορές που την έγραψα και την είπα.
Και φτάνουμε εκεί που έγινε το γέλιο.
-Τι δουλειά κάνετε;
-Μπετατζής (δεν είμαι μπετατζής, αλλά το λέω για παράδειγμα).
-Και γιατί ήρθατε εδώ;
-Για διακοπές και για να βαφτίσω το παιδί της φίλης μου.
Εδώ, έγινε το μπέρδεμα και το αστείο. Εννοείται ότι ο διάλογος γινόταν στα αγγλικά (όλοι οι διάλογοι), οπότε εγώ είπα: I will baptize my friend’ s son. Και μου κάνει την κουφή ερώτηση την οποία δεν άκουσα:
-Θα βαφτίσεις το παιδί της φίλης σου;
-Ναι!
-Και τι είσαι; παπάς; (αυτό δεν το άκουσα, άκουσα μόνο το «τι είσαι»)
-Όχι, μπετατζής, απαντώ φυσικά εγώ.
-Και βαφτίζουν οι μπετατζήδες παιδιά; Ρωτάει, εννοώντας αν έχουν την ιδιότητα που έχει κι ένας παπάς.
-Γιατί; Λέω εγώ; Δε βαφτίζουν; (εκεί πρέπει να άρχισε να καραφλιάζει)
-Βαφτίζουν; Απορεί!
-Αν έχουν το ίδιο θρήσκευμα, βαφτίζουν λέω εγώ σθεναρά (η θρησκεία είναι μεγάλο όπλο για δικαιολογία εκεί)
Κουφαίνεται και καραφλιάζει ο άνθρωπος, γιατί σου λέει ετούτη είναι λόλα κανονική και φαίνεται ότι που και που φοράει και ράσα και κάνει τον παπά. Και αλλάζει κουβέντα.
Πάει σε άλλες ερωτήσεις:
-Πόσο θα μείνετε;
-3 βδομάδες.
-Φέρνετε τσιγάρα μαζί;
-Φέρνουμε.
-Πόσα;
-3 πακέτα μονά εγώ και μια κούτα ο άντρας μου. (Μήπως και που τα φέραμε μπορούσαμε να τα καπνίσουμε νομίζετε; ΠΑΝΤΟΥ απαγορευόταν!!!)
-Πόσα λεφτά φέρνετε;
Χμμμμμμ μούμπλε, ντούμπλε, Βγάζουμε δάχτυλα, μετράμε, δε φτάνουν των χεριών, βγάζουμε κάλτσες, μετράμε ποδιών, του λέμε: τόσα.
Μας είδε που σκεφτόμασταν και λέει:
-Είστε σίγουροι ότι είναι τόσα; Αν είναι πάνω από 10.000 δολάρια πρέπει να το πείτε τώρα.
Σιγά ρε φίλε μην έφερα και όλη μου την περιουσία στην Αμερική.
-Δεν είναι, του λέμε.
-Και τι θα τα κάνετε; (εδώ με είχε δασκαλέψει η φίλη μου τι θα πω σε διάφορες ερωτήσεις)
Του δείχνω την κόρη μου και του λέω:
-Πλλλλλάκα με κάνεις; Έχω μια 16χρονη κόρη και ρωτάς τι θα τα κάνω; Shopping φυσικά και τουρισμό!
Εκεί δεν άντεξε, έβαλε τα γέλια.
Μετά, συνέχισε βάζοντάς μας να κοιτάξουμε σε ένα φακό (καταγράφουν την ίριδα του ματιού). Μας πετάει και το κουφό ότι δε μας βρίσκει στο σύστημα, σαν αν μη βγάλαμε βίζες στην Ελλάδα, παθαίνουμε 2ο εγκεφαλικό, αλλά κάπου εκεί βρίσκει το σύστημα τον άντρα μου. Το γλιτώσαμε λέω. Ετούτοι είναι ικανοί να σε στείλουν πίσω στην Ελλάδα για βίζα.
Φέρνετε λέει κάτι πολύτιμο και ακριβό;
Το σταυρό που θα κάνω το βαφτίσι λέω.
Μ......ς ήταν να ανοίξει κουβέντα πάλι για βαφτίσι; Το προσπέρασε!
Αφού λοιπόν μας κατέγραψε και κράτησε ό,τι στοιχεία ήθελε επιτέλους μας άφησαν να περάσουμε...
Πήγαμε να πάρουμε τις βαλίτσες μας με την απορία α) αν θα είχαν έρθει όλες (είχαμε ακούσει πολλά για την Αλιτάλια) και βου) αν θα ήταν εκεί μετά από μια-μιάμιση ώρα που φάγαμε με το κουβεντολόι.
Οι βαλίτσες μας ήταν εκεί όλες (άξια η αλιτάλια) και ψάχναμε την έξοδο να βγούμε. Βρε από δω είναι η έξοδος, βρε από κει είναι η έξοδος, που είναι η έξοδος; Οεο; Κοιτάζαμε σαν το χωριάτη που έφυγε πρώτη φορά από το χωριό και πήγε στην πόλη.
Βλέπουμε έναν υπάλληλο και ρωτάμε:
-Πως μπορούμε να βγούμε από δω μέσα;
Νομίζετε ότι τελειώσαμε με τις ερωτησούλες; ΧΑ! Αμ δε!
Ρωτάει ευγενέστατα ο υπάλληλος:
-Πήρατε όλα τα πράγματά σας;
-Yes we did.
Όλα κι όλα αυτά έχετε;
-Yes, that’s all we have.
Μήπως φέρνετε κάποιο τρόφιμο μέσα στις βαλίτσες σας;
&*&^%^%$%#%$&^^(**_)(_)$%^%@#@
-No, we don’t.
Από πού έρχεστε;
-Από την Ελλάδα.
Κι εκεί πέφτει ευγενέστατα η ερώτηση-παγίδα:
-Και δε φέρνετε ούτε μέλι;
-Ούτε μέλι...
-Μα όποιος έρχεται από την Ελλάδα φέρνει μέλι!
Σε κείνο το σημείο είπα μέσα μου ότι δε θα μας κρατήσεις εδώ τώρα εσύ φίλε να καθόμαστε να λέμε για μελισσούλες και ζουζουνάκια.
-Άκου να σου πω φίλε μου, του λέω. Πριν έρθω εδώ και πάω στη φίλη μου, η φίλη μου με συμβούλεψε να μη φέρω ούτε ένα τρόφιμο στην Αμερική γιατί απαγορεύεται να μπάζεις τρόφιμα και θα μου τα κρατούσαν όλα στο τελωνείο. Έτσι, δε φέραμε τίποτα.
-Πολύ καλή συμβουλή σας έδωσε η φίλη σας – μου λέει και μας δείχνει την έξοδο.
-Κάτι καραμέλες για το λαιμό και τσίχλες έχω, λέω, πειράζουν;
-Καθόλου δεν πειράζουν κυρία μου, καλά να περάσετε στις διακοπές σας, μου λέει και κατευθυνόμαστε στην πόρτα.
Επιτέλους, όλη η γραφειοκρατία μετά από μιάμιση ώρα είχε τελειώσει. Η περιπέτεια είχε ήδη αρχίσει...
Ξαναλέω: Μπορεί όλο αυτό να ήταν ολίγον ενοχλητικό, να λες και να ξαναλές τα ίδια πράγματα, αλλά αν και στην Ελλαδίτσα μας γίνονταν μερικοί έλεγχοι, δε θα ήταν τώρα "μπάτε σκύλοι αλέστε..."
Όση ώρα περιμένουμε, πίσω από τα γκισέ ένας φωτεινός πίνακας αναβοσβήνει. «Οι επιβάτες της πτήσης τάδε, θα πάρουν τις βαλίτσες τους από το διάδρομο 4»...Μέχρι δε να φτάσουμε, περνάμε πινακίδες του στυλ: ΜΗΠΩΣ ΕΧΕΤΕ ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΤΑΔΟΤΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ?
ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΣΟ ΤΩΝ ΠΤΗΝΩΝ? Και ναααααααα μια φωτογραφία ενός παπαγάλου δίπλα...
Αααααααααααααααα...Ρε ετούτοι είναι άρρωστοι, μα την αλήθεια...Τέσπα...
Η ουρά λειτουργεί σαν σαλίγκαρος. Όταν ελευθερώνεται ένα γκισέ, πας εκεί. Φτάνουμε μετά από κάνα μισάωρο μπροστά-μπροστά. Ο φωτεινός πίνακας εξακολουθεί να αναβοσβήνει κοροϊδεύοντάς μας για τις ώρες που περιμένουμε...
Εκεί είναι ένας κύριος που διευκολύνει την κυκλοφορία και τους έχοντες απορίες. Εμείς δεν είχαμε, είχαμε τα χαρτιά έτοιμα. Μας στέλνει ο κύριος σε ένα γκισέ που ήδη απασχολούσε έναν επισκέπτη. Μπροστά έχει μια κίτρινη γραμμή. Μέγα έγκλημα να την πατήσεις. Λες και άμα την πατούσα, θα πυροδοτούσα εκρηκτικό μηχανισμό. Ο κύριος ήταν υπεύθυνος και γι΄ αυτό. Να μην πατήσεις την κίτρινη γραμμή. Ίσα ρε μεγάλε! Άλλη όρεξη δεν είχα...
Φτάνει η σειρά μας και πάμε πακέτο στον έγχρωμο κύριο του γκισέ.
-Καλημέρα, χαμογελώντας εμείς.
-Άχνα αυτός.
-Ωχ μέσα μας εμείς, σε στραβάδι πέσαμε...
Κοιτάει τα χαρτιά και λέει:
-Αυτά τα χαρτιά είναι λάθος.
Γλουπ!
-Η Ελλάδα δεν είναι μέσα στις χώρες που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κάτι τέτοια συμφωνία...
Ξαναγλουπ!
-Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σας έδωσαν αυτά τα χαρτιά να συμπληρώσετε...
Ξαναματαγλουπ!
Και κάνει μια χρααααααααααατς και σκίζει με μιας όλα τα χαρτιά!
Καλέεεεεεεεεεεεεεεεεεεε! Μία ώρα γράφαμε!!! Πώς τα σκίζεις έτσι άπονε;;;;
Φυσικά όλα αυτά τα λέγαμε μέσα μας. Σιγά μην τα λέγαμε απόξω μας. Άλλη όρεξη δεν είχαμε, να κάτσουμε 2-3 ώρες στο τελωνείο να παίζουμε α μπε μπα μπλομ. Σκεφτείτε δε ότι φτάσαμε μετά τις 3 το μεσημέρι τοπική ώρα, δλδ για μας, ήταν ήδη 10 το βράδυ και είχαμε ξυπνήσει από τις 4 τις προηγουμένης. Όσο πιο γρήγορα ξεμπερδεύαμε, τόσο καλύτερα.
-Ξέρετε, λέμε...αυτά μας έδωσαν στο αεροπλάνο...
-Ναι αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί σας τα έδωσαν...Και συνεχίζει το χρατς χρουτς
-Και τι μπορούμε να κάνουμε τώρα; Ρωτάμε ευγενικά...
Τώρα λέει θα συμπληρώσετε ξανά από την αρχή το πράσινο (καλά θυμάμαι;) έντυπο.
-Και που θα το βρούμε αυτό;
-Θα το βρείτε εκεί στην αρχή στα γκισέ...
Κοιτάζουμε 4 ζευγάρια μάτια πού είναι η αρχή και βλέπουμε ότι πρέπει να ξαναπάμε πίιιιιιιιιιιιιιισω από όλους αυτούς και να τα ξαναγράψουμε...Εγκεφαλικό!
Τολμώ και ρωτώ:
Αφου τα γράψουμε, θα ξαναπεριμένουμε πάλι σ’ αυτή την ουρά;;;
-Όχι, λέει, θα έρθετε σε κάποιο γκισέ χωρίς σειρά.
Πάλι καλά, λέμε. Περνάει το εγκεφαλικό...
Ο φωτεινός πίνακας συνεχίζει να μας ειδοποιεί για τις βαλίτσες. Κλαψ...οι βαλιτσούλες μας!
Συμπλήρωνε εσύ, λέω του σύζυξ και πάω να φέρω φυλλάδια στα αγγλικά.
Πάω, της τα αφήνω, αυτά της λέω είναι στα ισπανικά. Αγγλικά έχετε; Μου λέει πάρτε από το άλλο γκισε...
*&^&&&()*_)(+(_)(**&^%$##$@ (βρισιές)
Πάω, παίρνω, συμπληρώνουμε..
Άντε ξανά μανά:
Ποιος είσαι, που πας, που θα μείνεις, πόσο συχνά το κάνεις (λέμε τώρα), σπόροι, κατοικίδια, αρρώστιες όξω από μας, κλπ κλπ...
Τα συμπληρώνουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ και πάμε να περάσουμε μπροστά. Μας βλέπει μια κυρία που πάμε να περάσουμε μπροστά και λέει:
-Που πάτε;
-Το και το.
-Περάστε μπροστά.
Παρακαλάμε να μην πέσουμε παλι στον ξινισμένο κύριο και βρει κάτι και μας ξαναστείλει πίσω.
Πλησιάζουμε σε ένα γκισέ με ένα παιδαρέλι, δε θα ήτο πάνω από 25-27 χρονών. Εδώ είμαστε λέω. Όλο και καλύτερα θα είναι, δε μπορεί!
Φτάνουμε πάλι πακέτο μπροστά του και αρχίζει ο διάλογος.
Εδώ αρχίζει για πολλοστή φορά το ίδιο κόσκινο.
Και φτάνουμε εκεί που έγινε το γέλιο.
-Τι δουλειά κάνετε;
-Μπετατζής (δεν είμαι μπετατζής, αλλά το λέω για παράδειγμα).
-Και γιατί ήρθατε εδώ;
-Για διακοπές και για να βαφτίσω το παιδί της φίλης μου.
Εδώ, έγινε το μπέρδεμα και το αστείο. Εννοείται ότι ο διάλογος γινόταν στα αγγλικά (όλοι οι διάλογοι), οπότε εγώ είπα: I will baptize my friend’ s son. Και μου κάνει την κουφή ερώτηση την οποία δεν άκουσα:
-Θα βαφτίσεις το παιδί της φίλης σου;
-Ναι!
-Και τι είσαι; παπάς; (αυτό δεν το άκουσα, άκουσα μόνο το «τι είσαι»)
-Όχι, μπετατζής, απαντώ φυσικά εγώ.
-Και βαφτίζουν οι μπετατζήδες παιδιά; Ρωτάει, εννοώντας αν έχουν την ιδιότητα που έχει κι ένας παπάς.
-Γιατί; Λέω εγώ; Δε βαφτίζουν; (εκεί πρέπει να άρχισε να καραφλιάζει)
-Βαφτίζουν; Απορεί!
-Αν έχουν το ίδιο θρήσκευμα, βαφτίζουν λέω εγώ σθεναρά (η θρησκεία είναι μεγάλο όπλο για δικαιολογία εκεί)
Κουφαίνεται και καραφλιάζει ο άνθρωπος, γιατί σου λέει ετούτη είναι λόλα κανονική και φαίνεται ότι που και που φοράει και ράσα και κάνει τον παπά. Και αλλάζει κουβέντα.
Πάει σε άλλες ερωτήσεις:
-Πόσο θα μείνετε;
-3 βδομάδες.
-Φέρνετε τσιγάρα μαζί;
-Φέρνουμε.
-Πόσα;
-3 πακέτα μονά εγώ και μια κούτα ο άντρας μου. (Μήπως και που τα φέραμε μπορούσαμε να τα καπνίσουμε νομίζετε; ΠΑΝΤΟΥ απαγορευόταν!!!)
-Πόσα λεφτά φέρνετε;
Χμμμμμμ μούμπλε, ντούμπλε, Βγάζουμε δάχτυλα, μετράμε, δε φτάνουν των χεριών, βγάζουμε κάλτσες, μετράμε ποδιών, του λέμε: τόσα.
Μας είδε που σκεφτόμασταν και λέει:
-Είστε σίγουροι ότι είναι τόσα; Αν είναι πάνω από 10.000 δολάρια πρέπει να το πείτε τώρα.
Σιγά ρε φίλε μην έφερα και όλη μου την περιουσία στην Αμερική.
-Δεν είναι, του λέμε.
-Και τι θα τα κάνετε; (εδώ με είχε δασκαλέψει η φίλη μου τι θα πω σε διάφορες ερωτήσεις)
Του δείχνω την κόρη μου και του λέω:
-Πλλλλλάκα με κάνεις; Έχω μια 16χρονη κόρη και ρωτάς τι θα τα κάνω; Shopping φυσικά και τουρισμό!
Εκεί δεν άντεξε, έβαλε τα γέλια.
Μετά, συνέχισε βάζοντάς μας να κοιτάξουμε σε ένα φακό (καταγράφουν την ίριδα του ματιού). Μας πετάει και το κουφό ότι δε μας βρίσκει στο σύστημα, σαν αν μη βγάλαμε βίζες στην Ελλάδα, παθαίνουμε 2ο εγκεφαλικό, αλλά κάπου εκεί βρίσκει το σύστημα τον άντρα μου. Το γλιτώσαμε λέω. Ετούτοι είναι ικανοί να σε στείλουν πίσω στην Ελλάδα για βίζα.
Φέρνετε λέει κάτι πολύτιμο και ακριβό;
Το σταυρό που θα κάνω το βαφτίσι λέω.
Μ......ς ήταν να ανοίξει κουβέντα πάλι για βαφτίσι; Το προσπέρασε!
Αφού λοιπόν μας κατέγραψε και κράτησε ό,τι στοιχεία ήθελε επιτέλους μας άφησαν να περάσουμε...
Οι βαλίτσες μας ήταν εκεί όλες (άξια η αλιτάλια) και ψάχναμε την έξοδο να βγούμε. Βρε από δω είναι η έξοδος, βρε από κει είναι η έξοδος, που είναι η έξοδος; Οεο; Κοιτάζαμε σαν το χωριάτη που έφυγε πρώτη φορά από το χωριό και πήγε στην πόλη.
Βλέπουμε έναν υπάλληλο και ρωτάμε:
-Πως μπορούμε να βγούμε από δω μέσα;
Νομίζετε ότι τελειώσαμε με τις ερωτησούλες; ΧΑ! Αμ δε!
Ρωτάει ευγενέστατα ο υπάλληλος:
-Πήρατε όλα τα πράγματά σας;
-Yes we did.
Όλα κι όλα αυτά έχετε;
-Yes, that’s all we have.
Μήπως φέρνετε κάποιο τρόφιμο μέσα στις βαλίτσες σας;
&*&^%^%$%#%$&^^(**_)(_)$%^%@#@
-No, we don’t.
Από πού έρχεστε;
-Από την Ελλάδα.
Κι εκεί πέφτει ευγενέστατα η ερώτηση-παγίδα:
-Και δε φέρνετε ούτε μέλι;
-Ούτε μέλι...
-Μα όποιος έρχεται από την Ελλάδα φέρνει μέλι!
Σε κείνο το σημείο είπα μέσα μου ότι δε θα μας κρατήσεις εδώ τώρα εσύ φίλε να καθόμαστε να λέμε για μελισσούλες και ζουζουνάκια.
-Άκου να σου πω φίλε μου, του λέω. Πριν έρθω εδώ και πάω στη φίλη μου, η φίλη μου με συμβούλεψε να μη φέρω ούτε ένα τρόφιμο στην Αμερική γιατί απαγορεύεται να μπάζεις τρόφιμα και θα μου τα κρατούσαν όλα στο τελωνείο. Έτσι, δε φέραμε τίποτα.
-Πολύ καλή συμβουλή σας έδωσε η φίλη σας – μου λέει και μας δείχνει την έξοδο.
-Κάτι καραμέλες για το λαιμό και τσίχλες έχω, λέω, πειράζουν;
-Καθόλου δεν πειράζουν κυρία μου, καλά να περάσετε στις διακοπές σας, μου λέει και κατευθυνόμαστε στην πόρτα.
Επιτέλους, όλη η γραφειοκρατία μετά από μιάμιση ώρα είχε τελειώσει. Η περιπέτεια είχε ήδη αρχίσει...
Wednesday, September 17, 2008
Περιπέτειες
Διαβάζοντας τις περιπέτειες των τρελοτουριστών στο Χονγκ Κονγκ, θυμήθηκα ότι δε σας είπα ακόμα τη φάση στα τελωνεία όταν φτάσαμε στην Αμερική.
Μετά από 1,5 ώρα πτήση από Αθήνα για Ρώμη, όπου είδαμε από ψηλά την Αθήνα, τις ακτές της Στερεάς Ελλάδας
και τη Γέφυρα του Ρίου-Αντίριου
και μετά από 8,5 ώρες πτήση από τη Ρώμη για Βοστώνη που είδαμε τη Ρώμη από ψηλά,
το Βατικανό, τον Τίβερη και το Καστέλο ντι Σαν Άντζελο
και πολλά πολλά άλλα πράγματα, φτάνει εκείνη η άγια ώρα που φτάνουμε στην Αμερική. Μέσα μου πανηγυρίζω που είμαι ζωντανή μετά από τόσες ώρες πτήση (αφού φοβάμαι καλέ, τι θέλετε;), που δεν αποφάσισε κάνας περίεργος να πάμε στο Αυγατηγανιστάν αντί για την Αμερική, που δεν πέσαμε σε κακοκαιρία και να θέλω πάμπερς κάθε 1 ώρα και άλλα τέτοια συναφή.
Δοξάζω το Θεό και την Παναγία που επιτέλους φτάνει η άγια ώρα της προσγείωσης και αρχίζω ήδη να προσεύχομαι για το ταξίδι της επιστροφής.
Μία ώρα λοιπόν πριν φτάσουμε, αρχίζουν τα όργανα.
Μία ώρα λοιπόν πριν φτάσουμε, οι αεροσυνοδοί αποφασίζουν να μοιράσουν φυλλάδια που πρέπει να συμπληρώσουμε και να παραδώσουμε μόλις περάσουμε από το τελωνείο. Ρε μεγάλε -αρχίζουμε και βλαστημοκοπάμε με τον άντρα μου-…τι το δίνεις μία ώρα πριν φτάσουμε; Δώσ’ το εκεί 2-3 ώρες νωρίτερα να το μελετήσουμε. Εδώ ήθελες ένα 10λεπτο μόνο για να διαβάσεις το κατεβατό που σου ζητούσαν. Βάλε ότι μέσα στο φυλλάδιο ζητούσαν για πολλοστή φορά να συμπληρώσεις όνομα όπως γράφεται στο διαβατήριο, αριθμό διαβατηρίου, αριθμό βίζας κλπ κλπ, βάλε ότι αυτό θα το κάναμε επί 4 εμείς αφού είχαμε και τα παιδιά μας μαζί, πόση ώρα θέλαμε; Μας έπιασε ένας ψιλοπανικός να προλάβουμε...
Άλλο χαρτί έπρεπε να συμπληρώσουν οι επισκέπτες που έρχονταν από την Ελλάδα (και κάποιες άλλες χώρες), άλλο χαρτί οι επισκέπτες από κάποια άλλα κράτη (μέσα σ’ αυτά και η ΦΥΡΟΜ, σιγά μην την πω Μακεδονία...). Καλύτερα τους αντιμετώπιζαν αυτούς, έτσι για να ξέρετε...
Για πολλοστή φορά όπως ξαναείπα, έπρεπε να απαντήσεις σε ερωτήσεις του στυλ: πως σε λένε, που θα μείνεις, πόσο καιρό θα κάτσεις, που θα κάτσεις κλπ κλπ. Όλα αυτά, τα είχαμε απαντήσει όταν βγάλαμε τις βίζες, αλλά εδώ το παιχνίδι χόντραινε:
Τι κουβαλάς μαζί; (μια βόμβα αλλά δε θα το γράψω)
Είχες πρόσφατη επαφή με κατοικίδια; (έχω 6 γάτες, αμέτρητα γατσούλια και ένα σκύλο, αλλά ούτε αυτό θα στο γράψω)
Μήπως είχες κάποια μεταδοτική ασθένεια πρόσφατα; (είχα χλαμύδια αλλά έκατσα στο κρεβάτι και μου πέρασαν)
Τι ποσό κουβαλάς μαζί σου εις χρήμα; (τα γιεν πιάνονται;)
Αν έφερες κάτι πολύτιμο για δώρο πόσο έκανε; (έφερα κάτι διαμάντια αλλά είναι από το ορυχείο μου)
Κουβαλάς μαζί σου κάποιο τρόφιμο; (ναι τσίχλες Χίου, καραμέλες, μια μασημένη τσίχλα και 1.750 φέτα. Να τ’ αφήσω;)
Μήπως κουβαλάς μαζί σου σπόρους; (πασατέμπο για να περνάει η ώρα. Πιάνεται;)
Πολλές τέτοιες ερωτήσεις που φαίνεται ότι άρχισα να τις ξεχνάω όσο περνάει ο καιρός.
Από τις πολλές φορές που είχαμε απαντήσει, είχα αρχίσει να νευριάζω. Εκ των υστέρων βέβαια, σκεφτόμαστε και λέμε ότι πολύ καλά έκαναν και έκαναν τέτοιους ελέγχους και ότι αν έκαναν κι εδώ έναν παρόμοιο υποτυπώδη έλεγχο, δε θα ήταν η Ελλάδα το σκορποχώρι που είναι τώρα...Τέλος πάντων, καταφέραμε μέχρι να προσγειωθούμε να απαντήσουμε εις τετραπλούν. Ευτυχώς μας είχε προειδοποιήσει ένας φίλος που είχε πάει πριν λίγα χρόνια στην Αμερική γι’ αυτό το ερωτηματολόγιο: "Μην ξεχάστε να απαντήσετε, την κάτσατε. Θα σας κοιτάει ο υπάλληλος απαθέστατα χωρίς κανένα οίκτο και δε θα κάνει τίποτα για να σας βοηθήσει". (Μωρέ να δεις που στον ίδιο υπάλληλο πέσαμε…)
Και η Σοφία ευτυχώς με είχε προειδοποιήσει: "Μην πάρεις τίποτα φαγώσιμο μαζί σου αν δε θες να περάσεις 2-3 ώρες στο τελωνείο".
"Μα ούτε λίγη ρίγανη, λίγο αρωματικό αλατάκι, παστελάκι, μαντολατάκι";
"Τίποτα! Μου λέει. Θα στα κρατήσουν όλα στο τελωνείο". Και ευτυχώς που την άκουσα….
Έρχεται λοιπόν η άγια ώρα που πατάω το πόδι μου σ΄ αυτήν την ήπειρο. Συγκίνηση που τα καταφέραμε, συγκίνηση που θα βλέπαμε τους φίλους, το μωρό που θα βάφτιζα, που είχαμε κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι ήρεμα και ωραία…
Με το που πατάω το πόδι μου, ανοίγω το κινητό και στέλνω sms στη Σοφία:
-«Ζω! Ζω και είμαι εδώ»!
-Ωραία, μου λέει, θα τα πούμε σε λίγο...
Αμ που να ‘ξερε πόση ώρα θα έπαιρνε αυτό το λίγο...
Κατεβαίνουμε, μπαίνουμε σε μια αίθουσα και βλέπουμε μία ουράκλα….μα μία ουράκλα!!! Είχε 2 εισόδους: από δω τα εγχώρια, από δω τα αλλοδαπά. Πήγαμε στα αλλοδαπά….
Και καθόμαστε και περιμένουμε υπομονετικά τη σειρά μας...
Υπομονετικά θα περιμένετε κι εσείς τη συνέχεια αύριο, γιατί θα παραγίνει σεντόνι τούτο το ποστ...Η συνέχεια στο επόμενο...
Μετά από 1,5 ώρα πτήση από Αθήνα για Ρώμη, όπου είδαμε από ψηλά την Αθήνα, τις ακτές της Στερεάς Ελλάδας
Δοξάζω το Θεό και την Παναγία που επιτέλους φτάνει η άγια ώρα της προσγείωσης και αρχίζω ήδη να προσεύχομαι για το ταξίδι της επιστροφής.
Μία ώρα λοιπόν πριν φτάσουμε, αρχίζουν τα όργανα.
Άλλο χαρτί έπρεπε να συμπληρώσουν οι επισκέπτες που έρχονταν από την Ελλάδα (και κάποιες άλλες χώρες), άλλο χαρτί οι επισκέπτες από κάποια άλλα κράτη (μέσα σ’ αυτά και η ΦΥΡΟΜ, σιγά μην την πω Μακεδονία...). Καλύτερα τους αντιμετώπιζαν αυτούς, έτσι για να ξέρετε...
Τι κουβαλάς μαζί; (μια βόμβα αλλά δε θα το γράψω)
Είχες πρόσφατη επαφή με κατοικίδια; (έχω 6 γάτες, αμέτρητα γατσούλια και ένα σκύλο, αλλά ούτε αυτό θα στο γράψω)
Μήπως είχες κάποια μεταδοτική ασθένεια πρόσφατα; (είχα χλαμύδια αλλά έκατσα στο κρεβάτι και μου πέρασαν)
Τι ποσό κουβαλάς μαζί σου εις χρήμα; (τα γιεν πιάνονται;)
Αν έφερες κάτι πολύτιμο για δώρο πόσο έκανε; (έφερα κάτι διαμάντια αλλά είναι από το ορυχείο μου)
Κουβαλάς μαζί σου κάποιο τρόφιμο; (ναι τσίχλες Χίου, καραμέλες, μια μασημένη τσίχλα και 1.750 φέτα. Να τ’ αφήσω;)
Μήπως κουβαλάς μαζί σου σπόρους; (πασατέμπο για να περνάει η ώρα. Πιάνεται;)
Πολλές τέτοιες ερωτήσεις που φαίνεται ότι άρχισα να τις ξεχνάω όσο περνάει ο καιρός.
Από τις πολλές φορές που είχαμε απαντήσει, είχα αρχίσει να νευριάζω. Εκ των υστέρων βέβαια, σκεφτόμαστε και λέμε ότι πολύ καλά έκαναν και έκαναν τέτοιους ελέγχους και ότι αν έκαναν κι εδώ έναν παρόμοιο υποτυπώδη έλεγχο, δε θα ήταν η Ελλάδα το σκορποχώρι που είναι τώρα...Τέλος πάντων, καταφέραμε μέχρι να προσγειωθούμε να απαντήσουμε εις τετραπλούν. Ευτυχώς μας είχε προειδοποιήσει ένας φίλος που είχε πάει πριν λίγα χρόνια στην Αμερική γι’ αυτό το ερωτηματολόγιο: "Μην ξεχάστε να απαντήσετε, την κάτσατε. Θα σας κοιτάει ο υπάλληλος απαθέστατα χωρίς κανένα οίκτο και δε θα κάνει τίποτα για να σας βοηθήσει". (Μωρέ να δεις που στον ίδιο υπάλληλο πέσαμε…)
Και η Σοφία ευτυχώς με είχε προειδοποιήσει: "Μην πάρεις τίποτα φαγώσιμο μαζί σου αν δε θες να περάσεις 2-3 ώρες στο τελωνείο".
"Μα ούτε λίγη ρίγανη, λίγο αρωματικό αλατάκι, παστελάκι, μαντολατάκι";
"Τίποτα! Μου λέει. Θα στα κρατήσουν όλα στο τελωνείο". Και ευτυχώς που την άκουσα….
Έρχεται λοιπόν η άγια ώρα που πατάω το πόδι μου σ΄ αυτήν την ήπειρο. Συγκίνηση που τα καταφέραμε, συγκίνηση που θα βλέπαμε τους φίλους, το μωρό που θα βάφτιζα, που είχαμε κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι ήρεμα και ωραία…
Με το που πατάω το πόδι μου, ανοίγω το κινητό και στέλνω sms στη Σοφία:
-«Ζω! Ζω και είμαι εδώ»!
-Ωραία, μου λέει, θα τα πούμε σε λίγο...
Αμ που να ‘ξερε πόση ώρα θα έπαιρνε αυτό το λίγο...
Κατεβαίνουμε, μπαίνουμε σε μια αίθουσα και βλέπουμε μία ουράκλα….μα μία ουράκλα!!! Είχε 2 εισόδους: από δω τα εγχώρια, από δω τα αλλοδαπά. Πήγαμε στα αλλοδαπά….
Και καθόμαστε και περιμένουμε υπομονετικά τη σειρά μας...
Υπομονετικά θα περιμένετε κι εσείς τη συνέχεια αύριο, γιατί θα παραγίνει σεντόνι τούτο το ποστ...Η συνέχεια στο επόμενο...
Tuesday, September 16, 2008
Monday, September 15, 2008
Sunday, September 14, 2008
Saturday, September 13, 2008
Friday, September 12, 2008
Νιαγάρας
The american falls
The canadian falls
Labels:
Niagara falls,
USA,
Γέφυρα,
Δέντρα,
Καταρράχτες,
Νιαγάρας,
Ποταμός,
Σύννεφα
Subscribe to:
Posts (Atom)
